Το μίσο, μια πολτώδης ουσία που παρασκευάζεται από ζυμωμένη σόγια, σιτάρι ή ρύζι, είναι βαθιά ριζωμένο στην ιαπωνική κουζίνα και κουλτούρα. Παρόλο που σήμερα το γνωρίζουμε κυρίως ως βασικό συστατικό της σούπας μίσο, η προέλευση και η χρήση του ανάγονται σε αιώνες πίσω.
Οι αρχικές μορφές του μίσο προέρχονται από την Κίνα, όπου παρόμοιες πολτώδεις ουσίες παρασκευάζονται από ζυμωμένα δημητριακά και σόγια. Το μίσο έφτασε στην Ιαπωνία τον 7ο αιώνα μ.Χ. μέσω βουδιστών μοναχών και εκεί βρήκε τον τρόπο να εξελιχθεί και να προσαρμοστεί στα τοπικά γούστα.
Στην Ιαπωνία, η παραγωγή μίσο απέκτησε τεράστια δημοτικότητα καθώς οι ντόπιοι ανακάλυψαν τους πλούσιους διατροφικούς παράγοντες και τις ιδιότητες που ενισχύουν την υγεία του μίσο. Επίσης, χάρη στη συντηρητική του δράση, το μίσο ήταν ένας τρόπος για τους Ιάπωνες να διατηρούν τα τρόφιμά τους φρέσκα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Καθώς η ιαπωνική κουλτούρα και κουζίνα εξελίχθηκαν, το μίσο πήρε διάφορες μορφές και γεύσεις, ανάλογα με την περιοχή και τους χρησιμοποιούμενους κόκκους. Σήμερα, το μίσο έχει καθιερωθεί ως ένα από τα πιο απαραίτητα συστατικά της ιαπωνικής κουζίνας, με πολλαπλές χρήσεις πέρα από την παραδοσιακή σούπα.